Όταν τον 17ο αιώνα (1688) ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά (ή Εβλιγιά) Τσελεμπή αφιέρωνε στο περιηγητικό του σύγγραμμα ένα ολόκληρο κεφάλαιο με τον τίτλο «Έπαινος  του μεγάλου θέρετρου των Σερρών», αναφερόμενος στο ασύγκριτο φυσικό κάλλος του και το κλίμα του, δεν είχε άδικο.

«Το θέρετρο αυτό» γράφει «είναι διάσημο σε όλη τη Ρούμελη, την Αραβία και την Περσία». Είναι τόπος με λαμπρό κλίμα, αληθινός θελξικάρδιος παράδεισος, ανώτερος του οποίου δεν υπάρχει. Εκεί ο κόσμος το καλοκαίρι χρειάζεται πανωφόρι, γιατί μερικές φορές χιονίζει και το κρύο είναι δριμύτερο του χειμώνα.

Συνδεδεμένος με θρύλους και ιστορίες, ο Λαϊλιάς αποτελεί ένα από τα ορεινά συμπλέγματα της Ανατολικής Μακεδονίας και μάλιστα το πλέον όμορφο και αγαπητό, ενώ δεν άφησε ασυγκίνητο ούτε τον Γάλλο πρόξενο και περιηγητή Cousinery , ο οποίος όταν επισκέφθηκε τα Σέρρας, το 1814, αφιέρωσε πολλές σελίδες για να πλέξει το εγκώμιο του μαγευτικού ομώνυμου δάσους.Περίπου, μια δεκαετία πριν το ταξίδι του, οι Βλαχόφωνοι, οι οποίοι έφθασαν και εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή των

Σερρών από τα ξακουσμένα βλαχοχώρια Αβδέλλα, Γράμμουστα, Περιβόλι και Σαμαρίνα, Bωβούσα-εξαιτίας των διωγμών που εξαπέλυσαν εναντίον τους οι τούρκοι κατακτητές -στέριωσαν στα χαμηλότερα και ηπιότερα επίπεδα του όρους χτίζοντας οικισμό, όπου τους πρώτους μήνες του θέρους (στο ενδιάμεσο διάστημα από τις εορτές του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Δημητρίου) είχαν ως κύρια απασχόλησή τους την κτηνοτροφία.

Δεν είναι λίγες οι φορές που μεγαλούργησαν, προς χάριν της ελευθερίας, να αναδειχθούν σε πρωταγωνιστές ιστοριών θυσίας και υπερασπιστές των ελληνικών ιδανικών, ταυτόχρονα με την απελευθέρωση της σερραϊκής γης (1913) και εν συνεχεία στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) έως και την έναρξη του Δευτέρου μεγάλου πολέμου (1940-1944), στη διάρκεια του οποίου (το 1941) οι Βούλγαροι κατάστρεψαν εκ θεμελίων - για άλλη μια φορά -την κοινότητά τους.